Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

H κουλτούρα του νέου καπιταλισμού...




«Ζήσαμε πάνω από τις δυνατότητές μας, εμείς οι Έλληνες» σύμφωνα με τον Γερμανό κυνικό των αριθμών. Και ποιος είναι, τάχα, ο πήχης των δυνατοτήτων μας; «Να καταναλώνεις πάνω απ’ αυτά που παράγεις», μας απαντά. Αλλά ο καπιταλισμός σ’ αυτό σε ωθεί, στο να ανεβάζεις, δηλαδή, αδιαλείπτως τον πήχη των επιθυμιών, την κατασκευασμένη ανάγκη της κατανάλωσης, αναζητώντας σ’ αυτή τα κομμάτια του παζλ όπως επιτάσσει ο νεότευκτος μύθος του νέου καπιταλισμού, δηλαδή του νεοφιλελευθερισμού, του οποίου εκπρόσωπος είναι ένας μη δυνάμενος να καταναλώσει, ο κ. Σόιμπλε.



Γράφει ο Γιώργος X. Παπασωτηρίου

Στην « κουλτούρα του νέου καπιταλισμού»* η ανάπτυξη αποκτά μία νέα δυναμική μέσα από τις νέες τεχνολογίες, τη «νέα οικονομία» και το μύθος της σύμφωνα με τον οποίο φθάσαμε στο τέλος της ισόβιας απασχόλησης καθώς και το τέλος της «στρατιωτικής ρύθμισης»-Μπίσμαρκ-, ενώ η ρέουσα –ρευστή νεωτερικότητα- και η μεταβλητή εργασία, παρουσιάζονται ως πρόταση αλλαγής. Οι εργαζόμενοι πηγαίνουν από δουλειά σε δουλειά, αλλάζοντας επαγγέλματα, μετανάστες πηγαίνουν από τόπο σε τόπο (όπου υπάρχει δουλειά), χωρίς θεσμικές οργανώσεις(ή με οργανώσεις αλλά απαξιωμένες) και κοινότητες, χωρίς αλληλεγγύη και εμπιστοσύνη, χωρίς καμία ενιαία αίσθηση ταυτότητας και δυνατότητα βιοαφήγησης, χωρίς μακροπρόθεσμο Εγώ, με τις ανθρώπινες σχέσεις να έχουν μετεξελιχθεί σε δοσοληψίες. Σ’ αυτό το περιβάλλον διερωτάται κανείς για το ποιες αξίες και πρακτικές μπορούν να λειτουργήσουν ως συνεκτικός ιστός των ατόμων όταν κερματίζονται οι θεσμικές οργανώσεις στις οποίες ζουν;

Θέση κλειδί στην κουλτούρα του νέου καπιταλισμού κατέχει σύμφωνα με τον Ρίτσαρντ Σένετ το Αυτοαναλωνόμενο πάθος(όταν η ματαίωση προέρχεται όχι από τη ματαιωμένη -ή απωθημένη- αλλά από την πραγματοποιημένη επιθυμία). Δηλαδή από το Ανικανοποίητο. Η καταναλωτική μανία οφείλεται σ’ αυτό το «αυτοαναλωνόμενο πάθος», όταν δηλαδή ποθούμε κάτι διακαώς και η έλλειψή του μας διεγείρει το πάθος, αλλά όταν το αποκτούμε μας συγκινεί λιγότερο, ή μετά από μία ορισμένη χρήση του καθόλου. Θέλουμε επί παραδείγματι πάρα πολύ ένα αυτοκίνητο, αλλά όταν το αγοράζουμε η επιθυμία μειώνεται. Συνεπώς, η φαντασία και το πάθος είναι εντονότερα κατά τη διάρκεια της προσδοκίας ικανοποίησης της επιθυμίας, αλλά χάνεται όταν η τελευταία πραγματοποιηθεί. Γι’ αυτό ο Παύλος Μάτεσης έλεγε πως ο Χριστός δεν έπρεπε να έρθει, έπρεπε να είναι αναμενόμενος. Το ίδιο και ο έρωτας. Η οικονομία και η κοινωνία του καταναλωτισμού βασίζεται σ’ αυτό το είδος αυτοαναλωνόμενου πάθους. Εδώ έγκειται και η μανία κατανάλωσης ακόμα και πάνω από τις δυνατότητές μας.

Ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ στον «Μπαρμπα-Γκοριό» (μετάφραση Α. Κορδόση, Καστανιώτης, 1992) θα δείξει ότι το αυτοαναλωνόμενο πάθος είναι η ψυχολογία της κοινωνικής μετάβασης από τους χωρικούς παλαιών αρχών, που είναι προσκολλημένοι σε καθετί συσσωρευμένο, στους κοσμοπολίτες ήρωες της βιομηχανικής εποχής και της αφθονίας, που προσκολλώνται στις υλικές επιθυμίες, οι οποίες όμως εξασθενούν όταν εκπληρωθούν. Άρα, η επιθυμία προκαλεί μεγαλύτερη απόλαυση όταν κάτι είναι αναμενόμενο, προσδοκώμενο. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι στο «Νόμο του Έρωτα» του Προυστ όσο πιο «δύσκολος» ή «απρόσιτος» είναι κάποιος τόσο πιο πολύ διεγείρει την επιθυμία μας. 



Εν προκειμένω δηλαδή έχουμε ένα κυνήγι της επιθυμίας και της απόλαυσης, η οποία είναι μεγαλύτερη στη διάρκεια της προσδοκίας, αλλά κατά ένα τρόπο ματαιώνεται όταν η επιθυμία πραγματοποιείται. Εδώ βασίζεται η λειτουργία των «Υπεραγορών» αλλά και η συνακόλουθη ματαίωση που οδηγεί στην καταναλωτική μανία της συσσώρευσης «σκουπιδιών», τα οποία στην αρχική φαντασιακή επένδυση, το «χρύσωμα», δεν ήταν σκουπίδια αλλά στοιχεία της -τελικά ανεύρετης- ευτυχίας μας. Έτσι, οδηγούμαστε στα προϊόντα μιας χρήσης, στις εφήμερες ερωτικές σχέσεις «μιας χρήσης», καθώς η πραγματοποιημένη επιθυμία αποδεικνύεται πάντα κατώτερη των προσδοκιών μας, μετακινούμενη συνεχώς και διαρκώς διαφεύγουσα από προϊόν σε προϊόν, από πρόσωπο σε πρόσωπο, από μόδα σε μόδα. 



Γι’ αυτό και ο άνθρωπος πρέπει να (μετα)κινείται συνεχώς, ακολουθώντας κατά πόδας τον κάθε φορά νέο φορέα(«άλογο») της επιθυμίας. Η βιομηχανική παραγωγή και η συνακόλουθη αφθονία θα επιφέρουν την «καπιταλιστική διόγκωση της επιθυμίας», αλλά αυτό δεν εξηγεί και τη ματαίωση που προκαλεί όχι η απώθηση αλλά η πραγματοποίηση της επιθυμίας, δηλαδή η κτήση. Αυτό το ανικανοποίητο, που κατατείνει στην απληστία, θα εκφραστεί στο όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο ψηλά, όλο και πιο πολύ της διαφήμισης και εν γένει του εμπορικού μάρκετινγκ. Εφεξής, η «μόδα» και η «προγραμματισμένη απαρχαίωση» θα μικραίνουν διαρκώς τη διάρκεια ζωής ενός προϊόντος ώστε οι άνθρωποι-καταναλωτές να αγοράζουν καινούργια με μανιακό τρόπο. Τα τεράστια σπίτια της ελληνικής επαρχίας που υψώνονταν και υπερυψώνονταν το ένα απέναντι στο άλλο και τώρα οι ιδιοκτήτες τους οιμώζουν για το ΕΝΦΙΑ. Τα αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού των ελληνικών μεγαλουπόλεων που τώρα έχουν αδρανοποιηθεί. Η παγίδα του Ανικανοποίητου αλλά και της αγοράς «σημείων» της Επιτυχίας και της Ευτυχίας είναι εδώ έστω σαν παρκαρισμένη ανάμνηση, χωρίς πινακίδες κυκλοφορίας. Ο άνθρωπος είναι Χρήμα και δη δανεικό, αλλιώς δεν «φαίνεται», δεν υπάρχει. Και οι Έλληνες έχουμε καταστεί πλέον αόρατοι εντός και εξευτελισμένοι εκτός.

Τελικά, αυτό το νέο κυνήγι της απόλαυσης και της ευτυχίας στο δάσος της καταναλωτικής κοινωνίας θα γίνει ένα μανιακό κυνήγι φαντασμάτων. Η φαντασία και η επιθυμία θα διογκωθούν ακόμη περισσότερο λόγω της αυξημένης «αποξένωσης» των καταναλωτών-παραγωγών από το προϊόν. Αυτό από πρακτική άποψη σημαίνει ότι ο καταναλωτής δεν ξέρει πια την «ιστορία ενός προϊόντος»-δηλαδή την κοινωνική αφήγηση της πολιτισμικής παράδοσης από την οποία προέρχεται το προϊόν, κενό το οποίο θα καλύπτει κατά το δοκούν κάθε φορά η διαφήμιση-, δεν έχει αίσθηση των ιδιοτήτων του και των τεχνικών όρων παραγωγής του. Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα όλα τα αυτοκίνητα αλλά και όλα τα προϊόντα κατασκευάζονται με βάση την «πλατφόρμα»(σκελετό, μηχανή και αμάξωμα). 



Έχουμε δηλαδή τον ίδιο τύπο αυτοκινήτου στο οποίο επιβάλλονται κάθε φορά ελάχιστες διαφορές είτε για να καταστεί επώνυμο, προϊόν τουτέστιν μιας συγκεκριμένης εταιρίας, είτε ένα νέο μοντέλο. Αυτές οι «βελτιστοποιήσεις» αποκαλούνται από τις ίδιες της βιομηχανίες «χρύσωμα»(του ίδιου πάντα χαπιού). Έτσι, οι μικροδιαφορές μεγεθύνονται μέχρι του σημείου ένα αυτοκίνητο Άουντι να πωλείται στη διπλάσια τιμή από ένα Σκόντα που ωστόσο είναι ίδιο κατά 90% με το πρώτο. Αυτή η αέναη «εικονοποίηση» με την υπερδιόγκωση των ασήμαντων διαφορών σημαίνει και μία παρέμβαση, μία συνεχή αλλαγή στο συλλογικό φαντασιακό αλλά και την υπερμεγέθυνση της επιθυμίας, που όταν πραγματοποιηθεί θα ματαιωθεί όχι μόνο από την κτήση, δηλαδή το ανικανοποίητο της επιθυμίας, αλλά και από τη δυσαναλογία της φαντασιακής, συμβολικής υπερεπένδυσης τόσο με την πραγματικότητα όσο και με τη μόδα, δηλαδή το γρήγορο «πάλιωμα». 



Τότε ο καταναλωτής διαπιστώνει ότι το Σκόντα αντιστοιχεί στην κατάληψη της τρίτης θέσης στο καράβι, ενώ το Άουντι της πρώτης στο ίδιο πλοίο, αλλά οι επιβάτες-καταναλωτές και των δύο θέσεων γνωρίζουν ότι φτάνουν την ίδια ώρα από τον Πειραιά στο Ηράκλειο! Όμως, ο καταναλωτής δεν θα αφεθεί σε τέτοιες «λειτουργιστικές» λογικές γιατί είναι «καταναλωτής της δυνατότητας». Τι κι αν μία Φεράρι στο κέντρο της Αθήνας τρέχει όσο και όλα τα υποδεέστερα μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα; Σημασία έχει ότι η Φεράρι μπορεί, «δύναται» να τρέξει με 300 χιλιόμετρα την ώρα. 



Αυτό δεν θα συμβεί ποτέ έξω από τις πίστες της «φόρμουλα1» αλλά για τον κτήτορα και το «κοινωνικό βλέμμα», αυτή η δυνατότητα και τα χρήματα που ξοδεύτηκαν προς τούτο σημαίνουν κάτι ξεχωριστό, είναι αυτό που το καθιστά διαφορετικό, μοναδικό, προσδίδοντας κύρος, ορατότητα, επωνυμία στον ιδιοκτήτη. Ο άνθρωπος, ο εαυτός του θα αναγνωρίζεται από τους άλλους και από τον ίδιο με βάση της επιφανειακές, αλλά υπερτιμημένες, «βελτιστοποιήσεις» του ίδιου αμαξώματος. Τη διαφορά δεν θα την κάνει ο χαρακτήρας, η προσωπικότητα(το αμάξωμα) του ατόμου αλλά το ντύσιμο, τα παπούτσια που φοράει, τα ρούχα, το αυτοκίνητο, το σπίτι. Η επιθυμία, όμως, αλλάζει συνεχώς φορέα. Για την ακρίβεια το προϊόν-ξενιστής θα γίνει μία Φεράρι, ή πιο χαμηλά ένα Άουντι ή ένα ζευγάρι παπούτσια. Και από ένα σημείο και ύστερα γινόμαστε θεατές του θεάματος των συνεχώς μετακινούμενων επιθυμιών μας, του συνεχώς διαφεύγοντος εαυτού μας, δηλαδή της μιας και ενιαίας προσωπικότητας.

Τα «κομμάτια» μας δεν συνδέονται με κάτι, δεν γίνονται όλο, με άλλα λόγια εαυτός, αλλά επικεντρώνονται κάθε φορά σ’ ένα κομμάτι και τα υπόλοιπα, ο λοιπός εαυτός μένει απ’ έξω ή αποκρύπτεται. Η καθεστηκυία Συμβολική Τάξη μοιάζει, τελικώς, με το αμάξωμα-πλατφόρμα του ίδιου αλλά και πάντα διαφορετικού αυτοκινήτου, που μοιάζει να βρίσκεται σε διαρκή αλλαγή χωρίς να αλλάζει απολύτως τίποτα, που μοιάζει να μετακινείται χωρίς να κινείται, εκτός από τις επιθυμίες και το φαντασιακό μας. Αυτή η διαρκής αλλαγή της επιθυμίας δεν επιτρέπει τη «δέσμευση» ούτε με πράγματα ούτε με πρόσωπα. 



Συνεπώς, όταν κάποιος επιβραδύνει ή στέκει ακίνητος, δηλαδή δεσμεύεται με διάρκεια σε κάτι ή κάποιον, μένει εκτός, απορρίπτεται, χάνεται, όντας πλέον αόρατος χωρίς τα κάθε φορά νέα σημεία και σύμβολα της ορατότητας που έχει ανάγκη το άτομο στην καταναλωτική κοινωνία. Όπως διαπιστώνει κανείς, η διαπροσωπική μας δέσμευση με κάποιον και η επιθυμία γι’ αυτόν συνυφαίνεται με τη συμβολική του βαρύτητα, η απώλεια της οποίας σημαίνει και την εξαφάνιση της επιθυμίας γι’ αυτόν/ήν. Γι’ αυτό και η πολιτική δέσμευση είναι πλέον χαλαρή. 



Αυτή η διαρκής κίνηση της επιθυμίας εξαφανίζει την οικειοποίηση της απώλειας, το πένθος και ενδεχομένως τον αναστοχασμό, καθώς το κενό καλύπτεται από νέες δέσμες επιθυμιών. Αυτή η συνεχώς επιταχυνόμενη μετακίνηση, αυτός ο ίλιγγος της επιθυμίας οδηγεί στη βουλιμία και στην άλλη όψη της, την ανορεξία, που γίνονται ακόμη πιο επικίνδυνα όταν εκλαμβάνεται ως πραγματικότητα η επιφάνεια, το «χρύσωμα», δηλαδή οι μηδενικές διαφορές και όχι η ουσία, το άτομο-πρόσωπο(ή πλατφόρμα), οδηγώντας είτε στην κρίση ταυτότητας, στο κενό, στην άβυσσο ασύνδετων, αδόμητων επιθυμιών είτε στη σύγχυση φαντασιακού και πραγματικού, δηλαδή στην τρέλα (όπου η πραγματικότητα αντικαθίσταται από το φαντασιακό).

*Ρίτσαρντ Σένετ «Η κουλτούρα του νέου καπιταλισμού» (Σαββάλας)

 http://www.logiosermis.net

I CAN'T LIVE IF LIVING




https://youtu.be/zochPeuCI5Q

Τρίτη, 10 Μαΐου 2016

Τσίπρασταουν


Ο Τσίπρας ως Τζιμ Τζόουνς

·           Του Θάνου Τζήμερου 

Στις 18 Νοεμβρίου 1978, μια μέρα μετά την 5η επέτειο του Πολυτεχνείου, πάνω από 900 άνθρωποι αυτοκτόνησαν στη ζούγκλα της Γουιάνας στα σύνορα με τη Βενεζουέλα. Ήταν η μεγαλύτερη μαζική αυτοκτονία στην ιστορία και το τραγικό τέλος του "Ναού του Λαού” (Peoples Temple), μιας ιδιόμορφης κομμουνιστικής σέχτας, με τον μανδύα του Χριστιανισμού. Αρχηγός τους και θύτης τους, ο χαρισματικός πάστορας και σκληροπυρηνικός σταλινικός Τζιμ Τζόουνς. Η πορεία του Τζόουνς και των πιστών του είναι ένα case study για το πώς μπορεί μια ομάδα ανθρώπων με αγαθές προθέσεις να οδηγηθεί βήμα - βήμα στον απόλυτο παραλογισμό και στην αυτοεξόντωση.

Στο ξεκίνημά του ο "Ναός του Λαού" ιδρύθηκε ως παρακλάδι των Μεθοδιστών. Σημαία του, το μήνυμα της ισότητας. Στη ρατσιστική Αμερική του ’50, ιδιαίτερα στις συντηρητικές πολιτείες της όπως η Ιντιάνα από την οποία άρχισε την καριέρα του ο Τζόουνς, μια κοινότητα στην οποία μαύροι και λευκοί, πλούσιοι και φτωχοί είχαν τα ίδια δικαιώματα φαινόταν πολύ γοητευτική –κυρίως στους λιγότερο προνομιούχους. Ο Τζόουνς όμως δεν έμεινε στα λόγια. Οργάνωσε κοινωνικές και προνοιακές δομές αλληλοϋποστήριξης, στις οποίες εθελοντές φρόντιζαν τους εν Χριστώ και εν Μαρξ αδελφούς τους. Υιοθέτησε ένα μαύρο παιδί και κάμποσα άλλα μη λευκά, ανάμεσά τους τρία Κορεατάκια. Ήταν η εποχή του πολέμου της Κορέας κι ο Τζόουνς πήρε, φυσικά, ανοιχτά το μέρος του Κιμ-Ιλ-Σουγκ, του παππού του σημερινού δικτάτορα.

Οι οπαδοί πληθύνονταν. Η φήμη του Τζόουνς μεγάλωνε, όπως και η επιχειρηματική του δεινότητα. Στην ιδιότητα του ιεροκήρυκα προσέθεσε κι αυτή του θεραπευτή διά της πίστης. Τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα. Στρατιές αφελών άρχισαν να καταφθάνουν στο αγρόκτημα - κοινόβιο του "Ναού του Λαού” στην Καλιφόρνια, όπου εν τω μεταξύ είχε μετακομίσει ο Τζόουνς με την οργάνωσή του, για να τους ευλογήσει και να θεραπευθούν. Πολλοί του έδιναν τις περιουσίες τους. Η υπόθεση μύριζε χοντρή απάτη. Αλλά ο Τζόουνς ήταν πλέον ένα λαϊκό ίνδαλμα. Άρχισε να αποκτάει πολιτική δύναμη. Καθώς η επιρροή του ήταν πολύ ευρύτερη των 3.000 περίπου πιστών του σκληρού πυρήνα του Ναού του Λαού, τον προσέγγισαν οι πολιτικοί. Ο προοδευτικός Κυβερνήτης της Καλιφόρνιας Τζέρρυ Μπράουν μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για δαύτον. Η Άντζελα Νταίηβις, και ο Χάρβευ Μίλκ οι γνωστοί ακτιβιστές για τα δικαιώματα των μειονοτήτων ήταν φίλοι του. Ο αριστερός δήμαρχος του Σαν Φρανσίσκο Τζώρτζ Μοσκόνε τον διόρισε στην Επιτροπή Στέγασης του Δήμου. Ο Ουώλτερ Μοντέηλ αντιπρόεδρος του Κάρτερ αλλά και η Ρόζαλυν Κάρτερ ζητούσαν συχνά την βοήθειά του για πολιτικά θέματα.

Βέβαια, υπήρχαν και οι "άλλες” φωνές. Αυτές που αποκάλυπταν τη σχέση εξάρτησης που αποκτούσαν οι "πιστοί” μαζί του, την όλο και μεγαλύτερη απόσταση που είχαν οι ιδεολογικές θέσεις του Τζόουνς από την πραγματικότητα, την καταφανώς ψυχιατρικού ενδιαφέροντος προσωπικότητά του, τα σκοτεινά οικονομικά της σέχτας, την υποστήριξη που του παρείχαν ύποπτοι πολιτικοί κύκλοι. Αλλά ποιος τις άκουγε. Στα μάτια των περισσότερων, ο Τζόουνς είχε φτιάξει ένα ευτυχισμένο κοινόβιο που είχε καταργήσει τις φυλετικές και κοινωνικές διακρίσεις. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 όλοι οι "λοξοί” προσλαμβάνονταν από την κυρίαρχη, και στις ΗΠΑ, αριστερή διανόηση ως συμπαθείς παραλλαγές των παιδιών των λουλουδιών. Ακόμα και οι επικίνδυνοι. 

Κι ο Τζόουνς είχε γίνει ήδη πολύ επικίνδυνος. Όσοι αποχωρούσαν από τον "Ναό του Λαού” περιέγραφαν έναν παρανοϊκό εγωπαθή που πίστευε ότι είχε αποστολή να αλλάξει τον κόσμο, που ασκούσε ψυχική και συχνά σωματική βία στους οπαδούς του, που έπασχε απο διάφορες μανίες και έβλεπε παντού συνωμοσίες εναντίον του "Λαού του”. Για να απαλλαγεί από το συνεχώς διογκούμενο κύμα των εναντίων του καταγγελιών, ο Τζόουνς διάλεξε την φυγή. Το 1977 πήρε όσους πιστούς τού ήταν ακόμα αφοσιωμένοι - πάνω από χίλιους- και χάθηκαν στη ζούγκλα της Γουϊάνας, όπου ίδρυσαν την Τζόουνστάουν, τον επίγειο σοσιαλιστικό τους παράδεισο, μακριά από τα δεινά της καπιταλιστικής κόλασης. Πώς θα ζούσαν εκεί; Καλλιεργώντας τη γη! 

Όπως ήταν φυσικό, η πραγματικότητα της ζούγκλας απείχε πολύ από τα κηρύγματα της Καλιφόρνιας. Απομονωμένη η κοινότητα του Ναού του Λαού, χωρίς επαφές με τον έξω κόσμο, βούλιαζε όλο και περισσότερο στην παράνοια. Οι ελλείψεις βασικών προϊόντων του... απεχθούς πολιτισμού, εργαλείων και φαρμάκων, έκαναν Γολγοθά την καθημερινότητά τους. Ο Τζόουνς τους έταζε βοήθεια από την Σοβιετική Ένωση, η οποία όμως ουδέποτε ήρθε, καθώς δεν ήταν παρά μία ακόμη έμπνευσή του, ένα επικοινωνιακό τέχνασμα για να κατευνάσει τις αντιδράσεις. Ως γνήσιος κομμουνιστής απαγόρευε διά των όπλων τη φυγή από τον παράδεισό του. Όμως τα νέα έχουν τρόπο να ταξιδεύουν. Και οι συγγενείς των πιστών στην Αμερική μάθαιναν για την εφιαλτική ζωή στη ζούγκλα της Τζόουνστάουν και τη βία που απροκάλυπτα χρησιμοποιούσε πλέον ο Τζόουνς για να επιβληθεί. Ζήτησαν τη βοήθεια της Πολιτείας.

Έτσι, το 1978, ένας από τους πιο προοδευτικούς βουλευτές των ΗΠΑ, ο Λήο Ράιαν, πήρε μια ομάδα συγγενών, πρώην οπαδών και δημοσιογράφων και ταξίδεψε μέχρι την Τζόουνστάουν. Η παρουσία του έδωσε τη δύναμη σε αρκετούς "πιστούς” που φοβόντουσαν τον Τζόουνς να εκδηλωθούν ανοιχτά εναντίον του και να ζητήσουν από τον Ράιαν να τους πάρει μαζί του στο ταξίδι της επιστροφής. Στις σκηνές έντασης που δημιουργήθηκαν ένοπλοι φρουροί του "Ναού του Λαού” πυροβόλησαν σκοτώνοντας τον Ράιαν και άλλους 4 ανθρώπους της συνοδείας του. 

Τα πράγματα πλέον είχαν δυσκολέψει πολύ για τον Τζόουνς. Ήταν σίγουρο ότι θα έδινε σύντομα λόγο ενώπιον της Δικαιοσύνης. Έτσι πήρε την απίστευτη απόφαση: θα αυτοκτονούσαν όλοι μαζί του! Το ότι είχε επαρκές δηλητήριο για να σκοτώσει χίλια άτομα φανέρωνε ότι ήταν ένα πολύ πιθανό ενδεχόμενο στο μυαλό του, όταν θεμελίωνε την πόλη των σοσιαλιστικών του οραμάτων. Καθώς είχε τη συνήθεια να καταγράφει όλα τα κηρύγματά του σε κασέτες, έχει διασωθεί το τελευταίο του κήρυγμα. Αφού τους προειδοποίησε για τα δεινά που περίμεναν την κοινότητα μετά τη δολοφονία του Ράιαν, τους καλούσε όλους σε μια "επαναστατική αυτοκτονία” με αξιοπρέπεια, ως συνεπείς κομμουνιστές πιστοί στα ιδανικά τους. 

Κάποιοι ακούγονται να αντιδρούν. Αλλά ήταν πια πολύ αργά. Όσοι δεν δέχτηκαν να πιουν το δηλητήριο εκτελέστηκαν από τους ένοπλους φρουρούς του Τζόουνς. Στους νεκρούς περιλαμβάνονται τα 276 παιδιά της κοινότητας, που ήταν τα πρώτα που ήπιαν το θανατηφόρο κοκτέιλ κυανίου. Τελευταία επιθυμία του "αιδεσιμότατου” Τζόουνς ήταν η περιουσία του Ναού του Λαού να παραδοθεί στην… μητρόπολη του Λαού, τη Σοβιετική Ένωση. Αλλά δεν εκπληρώθηκε ποτέ καθώς η Σοβιετική Ένωση δεν είχε καμμία σχέση με τον αυτόχειρα οπαδό της και επιπλέον δεν ήθελε να δημιουργήσει διπλωματικό επεισόδιο με τις ΗΠΑ. Οι αναλύσεις στο πτώμα του Τζόουνς έδειξαν ότι κατανάλωνε πολλά ψυχοτρόπα φάρμακα.

Ο λόγος που έκανα τόσο εκτενή αναφορά στην ιστορία αυτής της παρανοϊκής σέχτας είναι οι ανατριχιαστικές ομοιότητες με τον Σύριζα και τον Τσίπρα. 

Ξεκινάς με μια ιδεολογία η οποία περιγράφει έναν ιδανικό κόσμο. Κανείς δεν μπορεί να βρει ψεγάδι. Ποιος δεν θέλει μεγάλους μισθούς και συντάξεις, μικρούς ή και καθόλου φόρους, τέλος στη λιτότητα, αξιοπρέπεια, εθνική υπερηφάνεια, κοινωνική αλληλεγγύη, δωρεάν υγεία, δωρεάν παιδεία, δωρεάν σπίτια, δωρεάν ρεύμα, διαγραφή χρεών, λεφτά με ουρά; Μόνο αιώνια ζωή δεν υποσχέθηκε ο Τσίπρας. 

Αποκτάς οπαδούς με τη σέσουλα. Σε προειδοποιούν οι "άλλοι”, ότι αυτά δεν γίνονται στον πραγματικό κόσμο όπου κάθε ευρώ που μπαίνει σε μια τσέπη βγαίνει από μια άλλη. Τους καταγγέλλεις ότι είναι εχθροί σου, εχθροί του λαού, πράκτορες του διεθνούς κεφαλαίου, όργανα του διαβόλου. Και συνεχίζεις να θεραπεύεις "πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν" με ένα άγγιγμα: με έναν νόμο, με ένα άρθρο, με ένα σκίσιμο μνημονίου, με ένα χτύπημα στα τύμπανα της σοσιαλιστικής ουτοπίας.

Εν τω μεταξύ το χάσμα με την πραγματικότητα συνεχώς διευρύνεται. Οπαδοί φεύγουν, άλλοι για περισσότερο παρανοϊκούς πάστορες κι άλλοι επειδή, έστω και αργά, κατάλαβαν την απάτη. Απαντάς με περισσότερες υποσχέσεις για τη γη της επαγγελίας των δανεικών και της κατάργησης της λιτότητας, που "όπου νάναι φτάνουμε". Τους ντοπάρεις με δημοψηφίσματα και εκλογές που κανένας δεν ξέρει ποιο είναι το ερώτημα και ποιες οι απαντήσεις. Τους πείθεις ότι η ζωή στη ζούγκλα της Τσιπρατάουν θα είναι καλύτερη από το αποτυχημένο καπιταλιστικό μοντέλο της Ε.Ε. Τους υπόσχεσαι βοήθεια από τη Ρωσία, την Κίνα, την τράπεζα των BRICS, τη Βενεζουέλα.

Μέχρι που κανένας πια δεν σου δίνει σημασία. Έχει καταλάβει κι ο πιο καλοπροαίρετος ότι είσαι ανίατη περίπτωση. Αλλά στο Τσιπρατάουν δεν υπάρχουν ψυχίατροι γιατί δεν υπάρχει καν η έννοια της ψυχικής υγείας. Είναι όλοι ψυχοπαθείς. Οι "απ’ έξω” παρακολουθούν με οδυνηρή έκπληξη την πορεία μιας ολόκληρης χώρας στην αυτοκαταστροφή. Προσπαθούν να σε σώσουν. Στέλνουν τους "Ράιαν” των θεσμών. Τους "σκοτώνεις” ακυρώνοντας τις συμβουλές τους, αδιαφορώντας για τις προειδοποιήσεις τους.

Κι έρχεται το τέλος. Θα μπορούσες να το αποφύγεις. Να πεις στους παραλοϊσμένους οπαδούς σου πως "έκανα λάθος και σας έφερα εδώ. Στην Καλιφόρνια, όσα στραβά κι αν έχει, είναι καλύτερα από τη ζούγκλα της Γουϊάνας. Δεν τα μαζεύουμε να γυρίσουμε;” Δεν το λες όμως. Είσαι τόσο παρανοϊκός, τόσο αλαζόνας, τόσο αφιονισμένος με την εξουσία που προτιμάς να τους πάρεις μαζί σου στον θάνατο: στην έξοδο από την Ε.Ε. στην πληθωριστική δραχμή που δεν θα έχεις ούτε χαρτί για να την τυπώσεις, στο "προσεχώς Βενεζουέλα”.

Δεν ξέρω τι θα δείξουν οι τοξικολογικές αναλύσεις για τις τελευταίες μέρες μας πριν αυτοκτονήσουμε ομαδικά στην Τσιπρατάουν. Δεν έχει κανένα ενδιαφέρον. Το μόνο που θα μπορούσε να προκαλέσει έκπληξη σε έναν τρίτο παρατηρητή είναι τα μάτια όσων ακούν την προτροπή για "επαναστατική αυτοκτονία” και είτε συγκατανεύουν υποτακτικά είτε είναι εντελώς ανέκφραστα. Θα μπορούσε να σκεφτεί: "τι τον καμαρώνουν τον τρελό; Γιατί δεν ορμούν όλοι μαζί να τον κατεβάσουν κάτω;” Αλλά τέτοιος τρίτος δεν υπήρξε στον "Ναό του Λαού”. Κι οι κασέτες δεν κατέγραψαν καμία αντίδραση.

Φυσικά θα παρατηρήσετε και αρκετές διαφορές στις δύο ιστορίες. Ότι, ας πούμε, ο Τζόουνς κάτι πρακτικό προσέφερε στο κοινό του, στην αρχή τουλάχιστον, ενώ ο Τσίπρας τίποτε. Και, κυρίως, ότι το 100% όσων ακολούθησαν τον Τζόουνς ήταν οπαδοί του. Στην Τσιπρατάουν αυτό το ποσοστό είναι λιγότερο από 20% και σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις λιγότερο κι από 10%. Αλλά έχει καμιά σημασία; Ένας τρελός, τίγκα στα ψυχοφάρμακα, όταν κανείς δεν αντιδράει, αρκεί για να τους εξοντώσει όλους.

 * Ο Θάνος Τζήμερος είναι πρόεδρος του κόμματος "Δημιουργία, ξανά!" και περιφερειακός σύμβουλος Αττικής


Παρασκευή, 6 Μαΐου 2016

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

«Σαν την ιστορία της κούκλας από αλάτι».


Μια μέρα, ρώτησε τον Νασρεντίν ένας μαθητής του:

«Πες μου δάσκαλε: Πώς θα μπορούσες να περιγράψεις τη δουλειά ενός αναζητητή της Αλήθειας;»

Ο Νασρεντίν κοίταξε για λίγο σιωπηλός τον μαθητή του κι ύστερα χαμογέλασε πονηρά και του είπε:

«Σαν την ιστορία της κούκλας από αλάτι».

«Δηλαδή;» ρώτησε ο μαθητής απογοητευμένος, νομίζοντας ότι ο δάσκαλός του τον κοροϊδεύει.

«Άκου την ιστορία, λοιπόν», είπε ο Νασρεντίν, όχι όμως με τ’ αυτιά σου, αλλά με την καρδιά σου».

Και να η ιστορία που είπε ο Μουλά Νασρεντίν στον μαθητή του:

«Μια κούκλα φτιαγμένη από αλάτι, ψάχνοντας να βρει την αλήθεια για το τι τέλος πάντων ήταν, ταξίδεψε χιλιάδες μίλια στεριάς, μέχρι που έφτασε και σταμάτησε στην άκρη της θάλασσας. Έμεινε ακίνητη κοιτάζοντας μαγεμένη εκείνη την υγρή κινούμενη μάζα που δεν έμοιαζε με τίποτα από όλα όσα είχε δει ως τότε και δεν ήξερε το όνομά της.

«Τι είσαι εσύ;» ρώτησε η κούκλα από αλάτι τη θάλασσα. 
«Έλα μέσα και δες μόνη σου», απάντησε η θάλασσα με ένα χαμόγελο καλοσύνης κι αγάπης. 

Έτσι, η κούκλα από αλάτι προχώρησε, τσαλαβουτώντας στα νερά, προς τα μέσα. Όσο πιο βαθιά προχωρούσε, τόσο περισσότερο διαλυόταν μέχρι που έμεινε ένα μικρό κομματάκι από αυτή. Πριν διαλυθεί και το τελευταίο αυτό κομμάτι της και γίνει ένα με τη θάλασσα, η κούκλα από αλάτι πρόλαβε και φώναξε με θαυμασμό, μεθυσμένη από μια αλλόκοτη και πρωτόγνωρη χαρά: 

«Τώρα ξέρω τι είμαι»!

Η Γη διαμόρφωσε τη μοίρα του ανθρώπου.


Καλλιτεχνική απεικόνιση της γεωγραφίας του χώρου της Μεσογείου,
όταν ήταν ξηρή και δεν επικοινωνούσε με τον Ατλαντικό.
Στη ένθετη εικόνα φαίνεται η μετανάστευση θηλαστικών
(π.χ. τρωκτικών, καμηλών) από την Αφρική προς την Ιβηρία.


ΠΩΣ Η ΓΗ ΕΞΕΛΙΞΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

Λίγα ζώα άνω των πενήντα κιλών άντεξαν τον όλεθρο της Ύστερης Κρητιδικής, πριν από 65 περίπου εκατομμύρια χρόνια. Το σύννεφο σκόνης έφερε σκοτάδι και κρύο στην επιφάνεια της Γης για μήνες. Οι δεινόσαυροι πάγωσαν και λιμοκτόνησαν.

Κάποια μικρά πλάσματα όμως, κατέφυγαν στη γη. Όταν πρόβαλαν, διαπίστωσαν ότι τα τέρατα που τα κυνηγούσαν είχαν εξαφανιστεί. Η Γη γινόταν ο πλανήτης των θηλαστικών.

Η λεκάνη της Μεσογείου πριν από 5,5 εκατομμύρια χρόνια ήταν έρημος, όπου δεν φύτρωνε τίποτα. Δυόμισι εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα άμμος και αλάτι. Πολύ πιο αφιλόξενη από κάθε σημερινό περιβάλλον της Γης. Η θερμοκρασία την ημέρα ήταν τόση, που έψηνες ψωμί. Η στάθμη της θάλασσας ήταν 1,6 χιλιόμετρα ψηλότερα, ενώ η ατμοσφαιρική πίεση ήταν 50% μεγαλύτερη απ' ό,τι έχουμε συνηθίσει. Δύσκολα φανταζόμαστε πιο αφιλόξενο μέρος στον πλανήτη. Κι όμως, έτσι ήταν η Μεσόγειος προτού γίνει θάλασσα.

Το φυσικό φράγμα στο δυτικό άκρο της λεκάνης κάποια στιγμή υποχώρησε, πιθανόν λόγω σεισμών, και ξεκίνησε ο κατακλυσμός. Τα χειμαρρώδη νερά εισέβαλαν με ρυθμό 40.000 φορές μεγαλύτερο από τους καταρράκτες του Νιαγάρα και μετέτρεψαν την αχανή έρημο στη Μεσόγειο θάλασσα σε λιγότερο από ένα χρόνο. Δεν υπήρχαν ακόμη άνθρωποι να δουν αυτή την τεράστια πλημμύρα ούτε και να θαυμάσουν την ομορφιά που δημιούργησε.

Εν τω μεταξύ, στην άλλη άκρη της Γης ένας πλατύς δίαυλος χώριζε την Βόρεια και τη Νότια Αμερική. Τα ρεύματα του ωκεανού περνούσαν από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό ωκεανό. Οι τεκτονικές δυνάμεις όμως, ένωσαν σταδιακά τις δύο ηπείρους, έκλεισαν το δίαυλο και δημιούργησαν τον ισθμό του Παναμά. Αναδιοργανώθηκε έτσι το παγκόσμιο μοτίβο των ρευμάτων των ωκεανών, πράγμα, που επηρέασε το κλίμα παγκοσμίως.

Στην Αφρική, τα πυκνά δάση μειώθηκαν σημαντικά. Κάποια είδη, που είχαν εξελιχθεί να ζουν στα δέντρα, εξαφανίστηκαν. Εκείνα όμως, που μπόρεσαν να επιβιώσουν στις αντίξοες συνθήκες άντεξαν και εξελίχθηκαν.



Οι χιμπατζήδες περπατούν στα δύο πόδια με ευλιγισία και μπορούν
να περιστρέψουν το πάνω μέρος του κορμιού τους, όπως κι οι άνθρωποι.
Τα ανθρώπινα γονιδιώματα είναι περισσότερο από 98% ίδια
με αυτά του χιμπατζή, αλλά υπάρχουν μερικές σύντομες ακολουθίες του DNA,
που έχουν αλλάξει σημαντικά στους ανθρώπους δεδομένου,
ότι τα δύο είδη ξεχώρισαν πριν από πέντε περίπου εκατομμύρια χρόνια.


Κάποτε, οι πρόγονοί μας κρύβονταν στο υπέδαφος, για να αποφύγουν τους θηρευτές, που ελλόχευαν στην επιφάνεια. Όταν εξαφανίστηκαν όμως οι δεινόσαυροι, βγήκαν στην επιφάνεια. Με το πέρασμα του χρόνου άρχισαν να ζουν στα κλαδιά των δέντρων. Απέκτησαν αντιτακτό αντίχειρα, για να κρέμονται στα κλαδιά και να διασχίζουν την κομοστέγη, που κάλυπτε όλες τους τις ανάγκες. Μπορούσαν επίσης να περπατούν και όρθιοι, αλλά για μικρές μόνο αποστάσεις. Με τόσα δέντρα τριγύρω δεν χρειαζόταν να πάνε πολύ μακριά.

Μετά όμως, που το κλίμα ψυχράθηκε, τα δέντρα λιγόστεψαν και ξεφύτρωσαν μεγάλα λιβάδια. Οι πρόγονοί μας αναγκάστηκαν να τα διασχίσουν, για να βρουν τροφή. Τώρα, χρειάζονταν εντελώς διαφορετικές ικανότητες για να επιβιώσουν στη σαβάνα. Τον παλιό καιρό, κάθονταν στα κλαδιά κι έβλεπαν τα αιλουροειδή από ασφαλή απόσταση. Τώρα όμως, βρίσκονταν στο ίδιο επικίνδυνο μέρος μαζί τους. Επιβίωσαν όσοι μπορούσαν να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις στα πίσω πόδια και να τρέχουν όποτε χρειαζόταν.

Άλλαξε έτσι το πώς έβλεπαν τον κόσμο. Τα χέρια τους δεν συνδέονταν πια με το περπάτημα. Ήταν ελεύθεροι να συλλέγουν την τροφή, να μαζεύουν ξύλα και κόκαλα, που θα τα χρησιμοποιούσαν σαν όπλα κι εργαλεία.

Μια αλλαγή στην τοπογραφία ενός μικρού και μακρινού μέρους ανακατεύθυνε τα ωκεάνια ρεύματα. Η Αφρική έγινε πιο κρύα και ξηρή. Τα περισσότερα δέντρα δεν άντεξαν το νέο κλίμα. Τα πρωτεύοντα θηλαστικά, που ζούσαν εκεί έπρεπε να βρουν καινούριο σπίτι.

Πριν το πολυκαταλάβουμε, ανασχεδίασαν με εργαλεία τον πλανήτη μας.

Η Γη διαμόρφωσε τη μοίρα του ανθρώπου.
freeinquiry.gr 

Κυριακή, 1 Μαΐου 2016